Συνεχίζουμε με μια ακόμη δημοσίευση του αφιερώματος που ξεκινήσαμε τον περασμένο Δεκέμβριο, με τίτλο «Χρονικά Αντισημιτισμού». Στην πέμπτη δημοσίευση του αφιερώματος του Shades καταγράφουμε τη βεβήλωση του Εβραϊκού Νεκροταφείου στη Λάρισα, που έλαβε χώρα τον Δεκέμβριο του 2014.
Όπως φαίνεται και στις φωτογραφίες, οι νεοναζί της πόλης έγραψαν αντισημιτικά συνθήματα με αγκυλωτούς σταυρούς στους τοίχους που περιβάλλουν το νεκροταφείο. Τα συνθήματα σβήστηκαν σχεδόν αμέσως από τα μέλη της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Λάρισας. Για ακόμα μία φορά, οι νεοναζί δράστες έμειναν ασύλληπτοι και το περιστατικό ξεχάστηκε μετά από λίγο, όπως συνέβη και με αμέτρητες άλλες επιθέσεις σε «εβραϊκούς στόχους».
Η επίθεση αυτή αποτελεί μία από τις πλέον χαρακτηριστικές πρακτικές των Ελλήνων φασιστών, όχι μόνο στην πρόσφατη ιστορία, αλλά και διαχρονικά. Κάθε αντισημιτική βεβήλωση έχει πολλαπλούς αποδέκτες και δεν περιορίζεται στην τρομοκράτηση της Ισραηλιτικής Κοινότητας της Λάρισας. Στην Ελλάδα όπου, κατά πολλούς, «δεν υπάρχει αντισημιτισμός», επιθέσεις αυτού του είδους συμβαίνουν με συστηματικό τρόπο.
Όπως γράφουν ο Θ. Αντόρνο και ο Μ. Χορκχάιμερ στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού:
«Ακόμη και η γαλήνη της τελευταίας κατοικίας παραβιάζεται. Οι δηλώσεις των νεκροταφείων δεν είναι παρεκτροπές του αντισημιτισμού, αλλά ο ίδιος ο αντισημιτισμός. Οι εκδιωγμένοι αφυπνίζουν αναγκαστικά την επιθυμία για εκδιώξεις. Πάνω στο σημάδι που τους άφησε η βία αναφλέγεται ακατάπαυστα η βία».
Η φράση αυτή συνοψίζει ακριβώς τη σημασία τέτοιων βεβηλώσεων: πρόκειται για πράξεις που φέρουν την υπογραφή

της διαχρονικής αντισημιτικής βίας και δεν μπορούν να θεωρηθούν μεμονωμένα περιστατικά.
Το Νεκροταφείο της Λάρισας έγινε πολλαπλός στόχος από φασιστές, αν και δυστυχώς δεν έχουν το μονοπώλιο της βίας. Στην πόλη είχε προηγηθεί και μια επίθεση από «αναρχικούς» τον Ιανουάριο του 2009, στη συναγωγή της Λάρισας, λίγο μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη. Αυτά τα γεγονότα δείχνουν ότι η Ισραηλιτική κοινότητα γίνεται συχνά αποδέκτης βίας και τρομοκράτησης από διαφορετικά πολιτικά περιβάλλοντα, ενώ οι επιθέσεις σπάνια τιμωρούνται ή αναδεικνύονται από τα επίσημα μέσα και τις αρχές.